IMG_8047Καθώς περνούσα μέσα από την καμαρωτή είσοδο, ένιωσα λες και έμπαινα σε ένα ιδιωτικό παράδεισο: σε μια όαση από δέντρα, λαχανικά και λουλούδια που ακτινοβολούσαν με υγεία. Ένα φως που όσο πιο πολύ κοίταζες, τόσο πιο πολύ σε έλκυε μέσα.

Η Αγνή, με καλωσόρισε με ένα ζεστό χαμόγελο και με τα άπταιστα ελληνικά της: ήξερα από τον σύζυγο της ότι δεν είχε γεννηθεί στην Κύπρο οπότε το είχα θεωρήσει δεδομένο πως η απογευματινή μας κουβέντα θα λάμβανε χώρα στα Αγγλικά – πόσα λίγα ήξερα για την ταλαντούχα αυτή γυναίκα!

Γνωρίζω τον σύζυγο της Αγνής, τον Αλέξανδρο εδώ και καιρό. Πρόκειται για έναν σπουδαίο ναοδόμο ο οποίος εργάζεται στο χτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Σεραφείμ, στην Σκουριώτισσα – ένα εγχείρημα που υποστηρίζει η Μητρόπολη Μόρφου. Κατά τη διάρκεια λοιπόν του σεμιναρίου σχεδιασμού Περμακουλτούρας μας (PDC) σην περιοχή, μια μέρα συζητούσαμε με τον Αλέξανδρο και έτυχε να αναφέρω την αγάπη που τρέφω για τους σπόρους. Με κοιτάζει λοιπόν με ενθουσιασμό και μου λέει: «Πρέπει να γνωρίσεις την γυναίκα μου, την Αγνή. Πέρνα σήμερα από το σπίτι. Θα χαρεί πολύ να σε ξεναγήσει στον κήπο.»

Και έτσι έκανα…

Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησα με την είσοδο μου στον κήπο, είναι οι ώρες φροντίδας που έβλεπα επενδυμένες σε αυτόν το δημιούργημα. Κάθε γωνιά έσφυζε από ζωή: με γιγάντιες αγκινάρες να μεγαλώνουν στη μια πλευρά του κήπου και αναρριχώμενα φασόλια να γεμίζουν την παραδίπλα γωνιά. Ο κήπος ήταν γεμάτος με μονοπάτια με λουλούδια και λαχανικά να ξεπροβάλλουν από παντού.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά με πλημμύρισε ενθουσιασμός και ένιωσα σαν μικρό μωρό – ένα παιδί που ήθελε να χαθεί στα μονοπάτια του παράδεισου αυτού και να ανακαλύψει όλα τα μυστικά περάσματα, φυτά και πλάσματα που κρύβονταν παντού. Ζήτησα από την Αγνή μερικά λεπτά, για να ανακαλύψω λίγο την περιοχή και να βγάλω μερικές φωτογραφίες ελπίζοντας πως θα μπορούσα έστω και λίγο να απαθανατίσω το φως και την ενέργεια αυτού του κήπου

Σύντομα, ξεκίνησαν μέσα μου οι ερωτήσεις: Τι χρειάστηκε για να στηθεί αυτός ο κήπος και τι φροντίδα απαιτείται για παραμένει σε ένα τέτοιο υγιές επίπεδο; Πώς κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν τέτοιο παράδεισο σε μια περιοχή όπου η πλειονότητα των γειτονικών σπιτιών συντηρούν το πολύ μια έκταση από μισοξεραμένο γρασίδι στην αυλή τους.

Αλλά για να πάρουμε τα πράματα από την αρχή, ήθελα να μάθω πρώτα απόλα τα πάντα για Αγνή: από που ήρθε και πώς κατέφθασε στο νησί μας. Σύντομα έμαθα που κατέφθασε στην Κύπρο από τη Ρωσία, έντεκα χρόνια πριν μαζί με τον πατέρα της και την αποστολή του για να εργαστεί σε τοιχογραφίες στην περιοχή. Ο πατέρας της αποφάσισε να νοικιάσει ένα σπίτι στην Σκουριώτισσα, κοντά στη δουλειά του. Η μοίρα της όμως, δεν άργησε να αποφασίσει για αυτήν και εκεί ήταν που γνώρισε τον Αλέξανδρο: τον μελλοντικό της σύζυγο. Σύντομα οι δυό τους παντρεύτηκαν και αποφάσισαν να ζήσουν στο ίδιο σπίτι το οποίο νοίκιαζε ο πατέρας της, φέρνοντας σύντομα στη ζωή, τρία αξιολάτρευτα κοριτσάκια: την Σοφία, την Ιουστίνη και την Αγάθη.

Με μια γρήγορη ματιά στην κουζίνα της Αγνής, παρατήρησα μια εντυπωσιακή ποικιλία από μεταποιημένα τρόφιμα τα οποία κοσμούσαν τα ράφια, ερμαράκια και ψυγεία της: από σπιτικές μαρμελάδες και λεμονάδες, μέχρι κονσερβοποιημένες ντομάτες και κατεψυγμένα λαχανικά. Σύντομα κατάλαβα πως αυτή η γυναίκα αφιέρωνε όλη της ενέργεια και φροντίδα για την λειτουργία του σπιτιού και της οικογένειας της.

Έμαθα ότι η Αγνή είχε εκπαιδευτεί και δούλευε αρχικά ως Ιστορικός Τέχνης, και πως στα πρώτα χρόνια διαμονής της στην Κύπρο εργάστηκε σε συνεργασία με την Μητρόπολη Μόρφου, μεταφράζοντας τους θρύλους στα δύο μουσεία της επισκοπής: στον Καλοπαναγιώτη και στον Πεδουλά.

“Πόσο εύκολο ήταν λοιπόν να εγκαταλείψεις την επαγγελματική σου καριέρα ως Ιστορικός Τέχνης και αντ’ αυτού να αφιερωθείς στην οικογένεια σου;”ρώτησα με περιέργεια.

“Από τότε που άλλαξα ριζικά τη ζωή μου, αποφάσισα να ανταλλάξω το επάγγελμα μου με την φροντίζα όλων όσων αγαπούσα περισσότερα: ήθελα να ξοδεύω το χρόνο μου με την οικογένεια και τον κήποο μου,” μου απάντησε με μια καθησυχαστική ηρεμία και ένα πλατύ χαμόγελο.

Είχε εντοπίσει την δική της καριέρα – μια καριέρα όχι και τόσο εύκολη όσο πολλοί υποθέτουν: με τις μέρες της να ξεκινούν πολλλές μέρες απ’τις 5.30 το πρωί και να τελειώνουν στις 11-12 το βράδυ. Οι μέρες της είναι γεμάτες από δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου καθαρίσματος, πλυσίματος, ψωνίσματος, μαγειρέματος, ξεχορτίσματος, σκαλίσματος, φυτέματος και συγκομιδής των φρούτων και λαχανικών από τον κήπο. Μετά είναι φυσικά ο χρόνος που θέλει για να τα πλύνει, να τα αποθηκεύσει και να τα επεξεργαστεί. Κάθε μέρα οι δυό τους, με τον Αλέξανδρο, περνούν τις απογευματινές ώρες με τα κορίτσια, και το βράδυ, αφού τα παιδιά πάνε για ύπνο, η Αγνή βρίσκει λίγο χρόνο για μια από τις αγαπημένες της ασχολίες: την διαλογή και φύλαξη των σπόρων της.

Την ρώτησα τότε, ποιά ήταν η ώθηση της για να δημιουργήσει ένα τέτοιο κήπο; Ήταν μήπως κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει και ένιωθε την ανάγκη να αναδημιουργήσει στην παρούσα της ζωή;

Τότε με ταξίδεψε έντεκα χρόνια πίσω, όταν ο κήπος είχε αρχικά σχεδιαστεί ως καθαρά διακοσμητικός. Ως ιστορικός τέχνης, είχε μια έντονη ανάγκη να περικυκλώσει τον εαυτό της από ένα ελκυστικό αισθητικά περιβάλλον. Μεγαλωμένη μέσα στον Χριστιανισμό είχε πάντοντε την εικόνα του κήπου συνδεδεμένη με αυτήν του παραδείσου, κάτι το οποίο πιστεύει μας ισορροπεί και μας δίνει δύναμη να αντέχουμε μέσα από τις δύσκολες στιγμές που περνούμε πάνω στη γη. Η μόνη επαφή που είχε με την κηπουρική μέχρι τότε ήταν οι μέρες που περνούσε μικρή στον κήπο της γιαγιάς και του παππού της, ποτίζοντας τα λαχανικά. Ξεκίνησαν λοιπόν με μικρά βήματα. Πρώτα φύτεψαν δέντρα και διατηρούσαν φυτά μέσα σε γλάστρες. Καθώς ο χρόνος περνούσε και ξεκίνησαν να ταξιδεύουν ολοένα και λιγότερο και να περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι, αποφάσισαν πώς είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσουν τον δικό τους λαχανόκηπο.

“Ποιές ήταν λοιπόν οι προσδοκίες σου από τον κήπο σε αυτή τη φάση; Τι ήταν σημαντικό για σένα να κρατήσεις ως αρχή” ρώτησα ανυπόμονα.

“Το πιο σημαντικό για μένα ήταν να ξεκινήσω τα πάντα από σπόρους – με αυτό τον τρόπο θα ήξερα ότι όλα χτίστηκαν αργά αλλά σταθερά. Είχα φέρει μαζί μου μερικούς σπόρους από τη Ρωσία – συγκεκριμένα μια ποικιλία από μεγάλες ροζ ντομάτες που τρώγαμε πάντα σαν παιδί. Με εξέπληξε λοιπόν όταν είδα πόσο εύκολα μεγάλωναν στον κήπο μου εδώ στην Κύπρο και πόση παραγωγή πήραμε από την πρώτη κιόλας χρονιά από μερικά μόνο φυτά.”

Στα χρόνια που ακολούθησαν τα φυτά αυξάνονταν συνεχώς, φτάνοντας σήμερα σε περισσότερες από 20 ποικιλίες από ντομάτες και με σπόρους από ασυνήθιστα και παραδοσιακά φυτά. Είχε πάντοντε ως πρότυπο την τεράστια ποκιλία του λαχανόκηπου του παππού και της γιαγιάς της, Η μονοκαλλιέργεια και χημική αντιμετώπιση των σημερινών γεωργικών πρακτικών είναι κάτι που την θλίβει και την απογοητεύει πολύ. “Έτσι ξεκίνησε για μένα”, μου είπε, “ήθελα να έχουμε πρόσβαση σε κάτι διαφορετικό από τις τυπικές και άγευστες ντομάτες που βρίσκουμε σήμερα στις υπεραγορές, που υστερούν τόσο σε άρωμα και γεύση σε σχέση με οτιδήποτε μεγαλώνει φυσικά στον κήπο μας.

“Οπότε Αγνή,” την ρώτησα, “το να στήσει κανείς ένα τέτοιο κήπο, είναι κάτι που ο καθένας μας μπορεί να επιχειρήσει στην πίσω αυλή του; Όλο και περισσότεροι φίλοι με πλησιάζουν και μου εκμυστηρεύονται πως θέλουν να ξεκινήσουν να μεγαλώνουν την τροφή τους αλλά τους λείπει η εμπειρία και δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν. Ήταν κάτι εύκολο για σένα; Από πού ξεκίνησες για να φτιάξεις όλο αυτό τον παράδεισο;”

“Τα πάντα έρχονται με την εμπειρία – όταν δημιουργούσα τον λαχανόκηπο μου, οι καλύτερες συμβουλές που πήρα στην αρχή ήταν από τους γονείς του συζήγου μου οι οποίοι για χρόνια μεγάλωναν διατηρούσαν το δικό τους λαχανόκηπο. Όταν δημιούργασαμε τον κήπο, η συμβολή του συζύγου μου ήταν τεράστια αφού μαζί φτιάξαμε όλες τις βασικές δομές του κήπου. Για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε να φυτεύουμε, έπρεπε πρώτα απ’όλα να αλλάξουμε μεγάλο μέρος του χώματος του κήπου μας και να λιπάνουμε το υπόλοιπο. Τώρα, μελετώ και αναζητώ συνεχώς ότι βοήθεια χρειαστώ μέσα από το διαδίκτυο για κάθε πρόβλημα ή ερώτηση μπορεί να έχω. Έντεκα χρόνια λοιπόν αργότερα, το μόνο που θέλω, είναι να περνώ όσο περισσότερο χρόνο μπορώ μέσα στον κήπο μου, παρατηρώντας, φροντίζοντας και επεμβαίνωντας όπου κρίνω ότι χρειάζεται.

Ένιωσα μεγάλη ενθάρρυνση βλέποντας πόσα μπορεί κανείς να πετύχει μέσα σε μερικά χρόνια, με επιμονή, προγραμματισμό, σχεδιασμό και αφοσίωση. Θαύμασα την ομορφιά και το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει η αφοσίωση και η αγάπη, και σκέφτηκα: “Όλα είναι δυνατά – χρειάζεται μόνο να στοχεύσουμε την ενέργεια μας κατά κει και να επιτρέψουμε στο πάθος και την θέληση μας να μεγαλώσουν και να οδηγήσουν τον δρόμο.”